x

Το καντήλι τρεμοσβήνει

Το καντήλι τρεμοσβήνει
σε μια κάμαρα φτωχή
και μια μάνα σιγολιώνει
στο κρεβά , κρεβάτι μοναχή.

Ξένοι πια την παραστέκουν
για στερνή της συντροφιά.
Έφαγε την κόρη αρρώστια
και τον γιο, τον γιο η ξενιτιά.

Έσβησε πια το καντήλι
κι η μανούλα πάει μαζί.
Μοναχή σ’ αυτό τον κόσμο
τι το ή , το ήθελε να ζει.